Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Ο θρίαμβος του Νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα


Όταν ρώτησαν τη Μάργκαρετ Θάτσερ ποιο ήταν το μεγαλύτερο επίτευγμά της απάντησε αμέσως: «Το νέο Εργατικό Κόμμα». Και είχε δίκιο, υποστηρίζει ο Σλαβόι Ζίζεκ. Ο θρίαμβός της ήταν πως ακόμη και οι πολιτικοί εχθροί της υιοθέτησαν τις βασικές οικονομικές πολιτικές της. Διότι ο πραγματικός θρίαμβος δεν είναι η νίκη επί του εχθρού. Ο πραγματικός θρίαμβος συντελείται όταν ο ίδιος ο εχθρός αρχίζει να χρησιμοποιεί την πολιτική σου, έτσι ώστε οι ιδέες σου γίνονται το θεμέλιο ολόκληρου του πεδίου. Αυτό συντελέστηκε στο έπακρο και στη χώρα μας. H “πρώτη φορά Αριστερά”, ένα κόμμα που ευαγγελίστηκε την κοινωνική αλλαγή και συνεχίζει αυθαίρετα να διανθίζει την πολιτική του με αναφορές στην Αριστερά, υλοποιεί με την ίδια προσήλωση τις νεοφιλελεύθερες επιταγές των μνημονίων, ό,τι έπραξε δηλαδή ο ιδεολογικός αντίπαλος, η Ν.Δ.  Όμως το πολιτικό κόστος της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ μεγαλύτερο για το μέλλον της χώρας: Διότι εκμηδένισε στην πράξη τις ελπίδες του λαού για τη δυνατότητα εναλλακτικής πολιτικής έναντι των μνημονίων, για τη δυνατότητα δημοκρατικής διεξόδου από την κρίση.




Γράφει χαρακτηριστικά ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ για τις κρίσεις στο «Αίνιγμα του κεφαλαίου»: «Οι κρίσεις είναι, τρόπον τινά, οι παράλογοι εκλογικευτές ενός πάντοτε ασταθούς καπιταλισμού. Πρέπει πάντα να διερωτώμεθα τι είναι αυτό που εκλογικεύεται στην προκειμένη περίπτωση και ποια κατεύθυνση ακολουθούν οι εκλογικεύσεις, διότι αυτές είναι που θα καθορίσουν όχι μόνο τον τρόπο εξόδου μας από την κρίση, αλλά και τον μελλοντικό χαρακτήρα του καπιταλισμού. Σε περιόδους κρίσεις υπάρχουν πάντα επιλογές. Το ποια θα προτιμηθεί εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ισορροπία των ταξικών δυνάμεων….». Αντίθετα, η πολιτική της κυβέρνησης ενταφιάζει καθημερινά τη δυνατότητα ανατροπής των ταξικών συσχετισμών αναδεικνύοντας τον νεοφιλελευθερισμό ως μονόδρομο. Μάλιστα για να αμβλύνει τις εντυπώσεις δεν διστάζει να προσφεύγει στον λαϊκισμό εκμηδενίζοντας ρεαλιστικές δυνατότητες, όπως πρόσφατα η διανομή των 617 εκ στους συνταξιούχους ενώ εννέα στους δέκα ανέργους δεν λαμβάνει καν επίδομα ανεργίας, ένα σημαντικό ποσοστό του εργατικού δυναμικού της χώρας απασχολείται στον ιδιωτικό τομέα με 200 – 300 ευρώ μηνιαίως και υπάρχει άμεση ανάγκη αναπτυξιακών επενδύσεων που θα μειώσουν την ανεργία και θα αναστήσουν την ελπίδα ότι «κάτι» αρχίζει να κινείται στη χώρα.

Γιαυτό η προσφορά της στο «πολιτικό σύστημα» είναι πολύ μεγαλύτερη έναντι της Ν.Δ. Διότι η ΝΔ είναι ιδεολογικά συνυφασμένη με τις επιταγές του νεοφιλελευθερισμού και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αποτελεί  την πολιτική δύναμη η οποία στα πλαίσια του δικομματισμού με το ΠΑΣΟΚ οδήγησε τη χώρα στην κρίση. Συνεπώς, έπρεπε να βρεθεί  ένα κόμμα χωρίς βεβαρημένο πολιτικό παρελθόν που θα συνέχιζε τη μνημονιακή πολιτική και θα καταβαράθρωνε την αξιοπιστία της Αριστεράς. Πάντα υπήρχαν πρόθυμοι όταν επρόκειτο για την εξουσία.
Γιατί όμως επωμίζονται οι επονομαζόμενες αριστερές ή σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις τα αντιλαϊκά μέτρα; Διότι έτσι διασφαλίζεται ευρύτατη κοινοβουλευτική συναίνεση, με αποτέλεσμα να επιβάλλονται επώδυνα μέτρα με ανύπαρκτες ή περιορισμένες αντιδράσεις. Αυτό συνέβη και στη Γαλλία με πρωθυπουργό τον σοσιαλιστή Λιονέλ Ζοσπέν, αυτό συνέβη και με τον Γερμανό σοσιαλδημοκράτη Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο οποίος ως καγκελάριος επέβαλε την «Ατζέντα 2010» των αντιλαϊκών μεταρρυθμίσεων με πρόσχημα την υπέρβαση των προβλημάτων της επανένωσης των δύο Γερμανιών και εξυμνήθηκε από τους Χριστιανοδημοκράτες ως θεμελιωτής του οικονομικού θαύματος της χώρας. Όμως, η αλήθεια είναι ότι με την «Ατζέντα 2010» μετέφερε το κοινωνικό κόστος της επανένωσης στους εργαζόμενους ενώ τον πλούτο της Ανατολικής Γερμανίας τον οικειοποιήθηκε με την ιδιωτικοποίηση το γερμανικό κεφάλαιο. Έτσι φτάσαμε στο σημείο να γράφει ο Franco Berardi: «Δείτε την ευρωπαϊκή κρίση. Ποτέ στη ζωή μας δεν βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια κατάσταση τόσο φορτισμένη με επαναστατικές δυνατότητες. Ποτέ στη ζωή μας δεν είμασταν τόσο ανίσχυροι. Ποτέ δεν είχαμε διανοούμενους και αγωνιστές τόσο σιωπηλούς να βρουν έναν δρόμο και να δείξουν μια νέα κατεύθυνση»

Γιατί συμβαίνει αυτή η πολιτική μετάλλαξη; Ιστορικά, ο ρεφορμισμός, ο οποίος  ευαγγελίζονταν  την  μετάβαση  στον  σοσιαλισμό  με  την  βαθμιαία εφαρμογή    μεταρρυθμίσεων, υπήρξε  το  αντίδοτο  της  Δύσης  στην  επικράτηση  του  σοσιαλισμού  σ’ ένα  μεγάλο  τμήμα  του  πλανήτη  αλλά  και  στην  ύπαρξη  ισχυρών  κομμουνιστικών  κομμάτων  στις  ίδιες  τις  χώρες  της  μητρόπολης  του  καπιταλισμού (Ιταλία, Γαλλία, κ.α.). Τα  σοσιαλδημοκρατικά  κόμματα  αξιοποιήθηκαν  από  τη  Δύση  αντιπαραθετικά  προς  τον  σοσιαλισμό  του  προλεταριάτου  με  την  ενδυνάμωσή  τους ως φορείς της  κοινωνικής  πολιτικής. Σήμερα, μετά  την  διάλυση  της  ΕΣΣΔ  και  την  αποδυνάμωση  των  κομμουνιστικών  κομμάτων  παγκόσμια, δεν  υπάρχει  λόγος  να  ανέχεται  το  κεφάλαιο  την  άσκηση  κοινωνικής  πολιτικής  αντί να οικειοποιείται αυτό οφέλη με την ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών δράσεων του κράτους.

Γιατί; Διότι όπως μας λέει ο Ούλριχ Μπεκ «το κοινωνικό κράτος είναι και νόθο παιδί του κομμουνισμού, γεννημένο από το φόβο απέναντί του». Τώρα που εξέλιπε ο φόβος, προς τί οι κοινωνικές παροχές; Ως  εκ  τούτου  και  οι  φορείς  της  κοινωνικής  πολιτικής στη Δύση, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, έπαψαν  να  είναι  αναγκαίοι. Γιαυτό,  για να περισώσουν την ύπαρξή τους στα νέα δεδομένα, αυτοαναιρούνται ταυτιζόμενα με  τον  νεοφιλελευθερισμό   που  εξυπηρετεί  τις  σημερινές  επιδιώξεις  του  συστήματος, διατηρώντας τις  παραδοσιακές  τους  ονομασίες. Απλά, διανθίζουν το πολιτικό σκηνικό δημιουργώντας ψευδαισθήσεις στους πολίτες και αμβλύνοντας τις αντιστάσεις τους αφού στο τέλος  υλοποιούνται οι νεοφιλελεύθερες επιλογές του Βερολίνου και της Ουάσινγκτον μέσω της ΕΕ, του ΔΝΤ, του ΠΟΕ….

Μακροδημόπουλος Δημήτρης
Αλεξ/πολη – κιν. 6947-771412

1-2-2017









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου