Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Οι Κοτζαμπάσηδες δεν έπαψαν ποτέ να διαφεντεύουν



ΟΙ ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΔΕΣ

Οι Έλληνες αναμεταξύ των λέγουν, ότι τρεις είναι αι πληγαί του τόπου των,
οι επίσκοποι (πρώτοι ούτοι), οι κοτζαμπάσηδες (δεύτεροι), και οι Τούρκοι τελευταίοι).
(WIL. GELL, “NARATIVE OF A JOURNEY IN THE MOREA”, LONDON 1823)

Οι Κοτζαμπάσηδες ή Προεστοί ή Προύχοντες ή Πρόκριτοι ή Γέροντες ή Καλλικάντζαροι - όπως τους έλεγε ο λαός - ήσαν οι μεγαλοχτηματίες που μαζί με τον Ανώτερο Κλήρο αποτελούσαν την ηγετική τάξη στην Ελλάδα κατά την Τουρκοκρατία. Είχαν διοικητικές, δικαστικές και αστυνομικές αρμοδιότητες. Επιπλέον μάζευαν τους φόρους. Έτσι κατάντησαν να είναι δυνάστες του λαού χειρότεροι από τους Τούρκους. Ο Κοτζαμπάσης είχε το δικαίωμα να δικάζει όλες τις κοινωνικές υποθέσεις και ν’ αποφασίζει χωρίς να μπορεί να επέμβει καμία Τουρκική εξουσία. Η πιο συνηθισμένη ποινή ήταν ο φάλαγγας (Από το Αρχείο της Κοινότητας Ύδρας).



Η οικονομική κατάσταση των Κοτζαμπάσηδων
Πριν την επανάσταση υπήρχαν Έλληνες τσιφλικάδες με περιουσίες μεγαλύτερες κι απ' αυτές των Τούρκων, όπως: Οι Δεληγιανναίοι πού είχαν τσιφλίκια στην Ηλεία, Γορτυνία και Ολυμπία. Οι Νοταραίοι στην Πελλήνη. Οι Λονταίοι στην Αγειάλεια. Ο Σύντυχος είχε 40 τσιφλίκια στη Γορτυνία, ο Κοίλος 30 τσιφλίκια στην Ηραία. Ο ιστορικός Οικονόμου μας λέει: «Κατά τα τελευταία προ της Επαναστάσεως έτη εις την Πελοπόννησον, Στερεάν Ελλάδα, Ήπειρον και Θεσσαλίαν η καλλιεργημένη έκτασις η οποία ανήκε εις τους Τούρκους και εις το Τουρκικόν Δημόσιον μόλις έφθανε τα 6.368.720 στρέμματα έναντι 9.521.200 στρέμματα πού ανήκαν ατούς Έλληνες (διάβαζε τσιφλικάδες)».

Οι Κοτζαμπάσηδες σε σχέση με τους Ραγιάδες
Πολλές φορές η φτωχολογιά ζήταγε την βοήθεια των Τούρκων για να γλυτώσει από τους Κοτζαμπάσηδες.
Το 1816 οι κάτοικοι της Άνδρου ζητάνε την βοήθεια του Γιουσούφ Εφέντη:
«Ενδοξότατε και Μεγαλοπρεπέστατε Γιουσούφ Εφέντη, την Ενδοξότητά σου ταπεινώς προσκυνούμεν ημείς οι ταπεινοί σκλάβοι σου. Η χρεία και η ανάγκη μας παρακινούν ελπίζοντες στην ευσπλαχνία σου (...) στο να σου φανερώσωμεν και εγγράφως τα όσο αδίκως και παραλόγως μας έχει παρμένα ο Γραμματικός Αντωνάκης Καμπάνης στο τεφτέρι του Γραμματιλικίου του (...) επειδή δια να στρωθεί τεφτέρι, δεν κάνει σύναξην παρά την πάλαιαν συνήθειαν του χωριού μας αλλά συνάζει κάποιους λωλούς οι οποίοι όντας μεθυσμένοι απ' αυτόν, δεν μας αφήνουν να ομιλήσουμε εκείνο το οποίο ήτο παλαιά συνήθεια και τα δίκαιον και σου εφανερώσαμεν ότι είμεθα ευχαριστημένοι και δεόμεθα εις τον θεόν να σου χαρίζει χρόνους και να ευτυχήσει το ντοβλέτι σου».

Οι κάτοικοι της Σκύρου ζητάνε την βοήθεια του Καπουδάν Πασά:
«Βλέποντες την αθλίαν κατάστασιν της κοινότητας και δοκιμάζοντες τα μύρια κακά και ζουλούμια, όπου μας έχουν πουλημένους αυτοί οι διοικηταί κοτζαμπάσηδες και μας κατήντησαν από τα βαρύτατα δοσίματα και ζημίες δια να κατασκορπιστούμε από την νήσον μας ρίχνοντας μας τεφτέρι ανυπόφερτο έξω από τις δυνάμεις μας»...
(Δ. Παπαγεωργίου, ιστορία της Σκύρου, 1909)

Σε πολλές περιπτώσεις οι ραγιάδες είχαν ξεσηκωθεί και πήραν τις περιουσίες των κοτζαμπάσηδων. Οι καλικάντζαροι ζητούσαν την βοήθεια του Σουλτάνου. Στη Σάμο μάλιστα οι αγρότες αγρίεψαν και έδιωξαν εντελώς τούρκους και κοτζαμπάσηδες από το νησί από το 1809 μέχρι το 1813.

Την εποχή εκείνη μετά το 1806, υπήρχαν δύο κόμματα (ταράφια) που συμμετείχαν και τούρκοι και κοτζαμπάσηδες - γιατί βέβαια τα συμφέροντά τους ήσαν ίδια. Υπόγραψαν μάλιστα επίσημο συμφωνητικό να αλληλοϋποστηρίζονται όταν ξεσηκώνεται ο λαός. (το συμφωνητικό υπάρχει στο αρχείο του Λόντου. τόμ. Α,91).
Όταν η επανάσταση ήταν στην αρχή της οι κοτζαμπάσηδες και οι επίσκοποι την χτύπησαν με κάθε μέσο. Βοήθησαν τους Τούρκους στον μεγάλο διωγμό των κλεφτών που έγινε εκείνα τα χρόνια και συνεργάστηκαν στην εξόντωση των Πετμεζαίων. Κουμανιωταίων, Κολοκοτρωναίων και των Πλαπουταίων.

«Μετά την εξόντωση των κλεφτών, έμειναν απόλυτοι κυρίαρχοι οι προύχοντες. Στον Μωριά οι Προεστοί και οι μοναχοί του Μεγάλου Σπηλαίου, της Αγίας Τριάδος και Μονής Ταξίαρχων, έσπευσαν να δηλώσουν υποταγή εις τους Τούρκους». «Οι Τούρκοι τους έδωσαν προνόμια με Φιρμάνια». (Γ. Παπανδρέου, «Καλαβρυτινή Επετηρίς»)

Εμείς καλά καθόμαστεν εδώ στον ξένο τόπο
Κι αν μας πειράξουν τίποτα της Πάτρας οι γιαγάδες,
Τότε θα μας γνωρίσουνε, τότε θα μας ειδούνε.
Θα ειδούν το Γιάννη του παπά, το γιο του Παπαντρέα,
Πώς πιάνει σκλάβους ζωντανούς, σκλάβους Κοτσαμπασήδες,
Πιάνει και τον Αχμέτ Αγά, της Πάτρας τον βοϊβόντα.

«Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό».
Διονύσιος Σολωμός.

Πηγή

--------------------------------------------------------------------------------------------------------



Ο ρόλος των κοτζαμπάσηδων και γιατί οι χριστιανοί ζήταγαν από τους Τούρκους να τους προστατεύσουν από τις αυθαιρεσίες τους 24/03/2014 Κατηγορίες: 18...
http://www.mixanitouxronou.gr/kakometachirisi-ke-ekmetallefsi-ton-ftochon-ragiadon-apo-tous-tourkoproskinimenous-kotzampasides/

Οι προύχοντες ή προεστοί ή κοτζαμπάσηδες ήταν οι Έλληνες που συνεργάζονταν με τους Τούρκους και ασκούσαν σε τοπικό επίπεδο τη διοίκηση των ραγιάδων. Δεδομένου ότι ο ελληνισμός έμεινε υπόδουλος τέσσερις αιώνες, ήταν πολύ λογικό να υπάρξει συνεργασία με την Υψηλή Πύλη. Όμως πολλοί Κοτζαμπάσηδες δεν ήταν απλά συνεργάτες των Τούρκων, αλλά έγιναν δυνάστες των Ελλήνων. Ντύνονταν με τούρκικες γούνες, φέρονταν σαν Τούρκοι για να τονίζουν την εξουσία τους και έβλεπαν υποτιμητικά τον αγράμματο λαό, που οργισμένος τους αποκαλούσε “Χριστιανούς Τούρκους”, για να τους προσβάλει. Δουλειά τους ήταν να εισπράττουν φόρους και να επιβάλουν την τάξη, με όποιο τρόπο έκριναν σκόπιμο. «Πασά μου προστάτεψε μας από τον προεστό» Σε ορισμένες περιπτώσεις η κατάχρηση εξουσίας ανάγκαζε τους Έλληνες να ζητάνε απ’ τον Τούρκο άρχοντα να τους προστατέψει από την άγρια εκμετάλλευση και την κακομεταχείριση του Έλληνα προεστού, που η απληστία του είχε εξουθενώσει τους χριστιανούς! Το 1909, οι κάτοικοι της Σκύρου απευθύνθηκαν στον Καπουδάν Πασά: “Βλέποντες την αθλίαν κατάστασιν της κοινότητας και δοκιμάζοντες τα μύρια κακά και ζουλούμια, όπου μας έχουν πουλημένους αυτοί οι διοικηταί κοτζαμπάσηδες και μας κατήντησαν από τα βαρύτατα δοσίματα και ζημίες δια να κατασκορπιστούμε από την νήσον μας ρίχνοντας μας τεφτέρι ανυπόφερτο έξω από τις δυνάμεις μας”...

Το 1816, οι κάτοικοι της Άνδρου ζήτησαν τη βοήθεια του Τούρκου, Γιουσού Εφέντη: “Η χρεία και η ανάγκη μας παρακινούν ελπίζοντες στην ευσπλαχνία σου (…) στο να σου φανερώσωμεν και εγγράφως τα όσο αδίκως και παραλόγως μας έχει παρμένα ο Γραμματικός Αντωνάκης Καμπάνης στο τεφτέρι του Γραμματιλικίου του (…) επειδή δια να στρωθεί τεφτέρι, δεν κάνει σύναξην παρά την πάλαιαν συνήθειαν του χωριού μας αλλά συνάζει κάποιους λωλούς οι οποίοι όντας μεθυσμένοι απ’ αυτόν, δεν μας αφήνουν να ομιλήσουμε εκείνο το οποίο ήτο παλαιά συνήθεια και τα δίκαιον”. Οι κοτζαμπάσηδες ανταγωνίζονταν στα πλούτη μόνο τους Τούρκους αξιωματούχους και σε πολλές περιπτώσεις, τους ξεπερνούσαν. Υπολογίζεται ότι τα τελευταία χρόνια πριν την επανάσταση του 1821, οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις στην Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα, Ήπειρο και Θεσσαλία που ανήκαν στο τούρκικο δημόσιο έφταναν τα 6 εκατομμύρια στρέμματα. Οι εκτάσεις που ανήκαν στους Έλληνες κοτζαμπάσηδες, ξεπερνούσαν τα 9,5 εκατομμύρια στρέμματα....

Οι βεκίληδες Το 1714, οι πρόκριτοι του Μοριά αποφάσισαν να αποτινάξουν τη βάναυση ενετική κατοχή και να προσφέρουν τον τόπο τους στους Οθωμανούς. Κάλεσαν τον Τοπάλ πασά της Θήβας και τον άφησαν να μπει στην Πελοπόννησο με τον στρατό του. Ο Μοριάς έγινε τούρκικη επαρχία μέσα σε 100 μέρες. Η κίνησή τους εκτιμήθηκε δεόντως από τους Τούρκους, που ανταπέδωσαν με παραχώρηση προνομίων. Όμως οι προύχοντες δεν υπολόγισαν την αντίδραση του λαού, που δεν ήταν διατεθειμένος να καλοσωρίσει τον τουρκικό ζυγό και σε κάποιες περιπτώσεις προέβαλε σθεναρή αντίσταση. Οι Τούρκοι πήραν ομήρους στην Κωνσταντινούπολη, μέλη από τις οικογένειες των προκρίτων, ώστε οι οικογένειες τους να κρατάνε ήρεμο το λαό. Αυτή ήταν μια συνηθισμένη πρακτική. Ονομάστηκαν “βεκίληδες” και λειτουργούσαν ως εγγυητές της υπακοής των Πελοποννήσιων στην τουρκική εξουσία....

Όμως οι βεκίληδες, δεν έμειναν άπραγοι στην Πόλη όπου είχαν την ευκαιρία να είναι δίπλα στο κέντρο των αποφάσεων. Απολάμβαναν τα προνόμια που τους εξασφάλισε η συνεργασία τους με τους Τούρκους και κινούσαν τα νήματα έτσι ώστε να εκμεταλλευτούν κάθε σπιθαμή του Μοριά, προς όφελός τους. Φυσικά σε κάποιες περιπτώσεις πλήρωναν και οι ίδιοι βαρύ το τίμημα της συνεργασίας, είτε με φυλακίσεις και ξυλοδαρμούς είτε με εκτελέσεις.

Ο ρόλος τους στην επανάσταση

Ο ξεσηκωμός του 1821 ανησύχησε πολλούς κοτζαμπάσηδες που φοβόντουσαν την αποτυχία και τα αντίποινα των Τούρκων. Άλλωστε αυτοί είχαν να χάσουν πολλά, σε αντίθεση με το λαό που θα έχανε μόνο τα δεσμά του. Όταν η φλόγα έγινε τεράστια λάβα και η επανάσταση απλώθηκε παντού, οι κοτζαμπάσηδες εντάχθηκαν και ηγήθηκαν αφού διέθεταν χρήματα και δικό του ασκέρι. Πολέμησαν, όχι μόνο επειδή και αυτοί ήθελαν την ελευθερία και την εκδίωξη των Τούρκων, αλλά γιατί με τη συμμετοχή τους θα εξασφάλιζαν ότι η επόμενη μέρα θα τους έβρισκε πάλι προύχοντες και προνομιούχους. Όπως έγραψε και ο Γάλλος Πρόξενος στα Ιωάννινα, Πουκεβίλ: “Όταν οι κοτζαμπάσηδες μιλάνε για ελευθερίες δεν είναι για να καλυτερέψει η θέση του λαού, αλλά για να μπουν οι ίδιοι στη θέση των Τούρκων”....

---------------------------------------------------------------------------------------------------------



Προεστοί ή Κοτζαμπάσηδες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

O Ιωάννης Λογοθέτης, πρόκριτος της Λιβαδειάς. Πίνακας του Λουί Ντυπρέ.
Οι προεστοί/ προεστώτες, ή πρόκριτοι, ή κοτζαμπάσηδες (από το τούρκικο kocabaṣı, koca = μέγας, μεγάλος, γέροντας + baṣ = κεφάλι, πρώτος) ήταν κοινοτικοί άρχοντες, οι επικεφαλής σε επίπεδο επαρχίας των ελληνικών χριστιανικών κοινοτήτων (ως δεύτερη βαθμίδα της αυτοδιοίκησης), επί Τουρκοκρατίας.[1][2] Οι προεστοί εκπροσωπούσαν τις χριστιανικές κοινότητες σε όλες τις εκ της οθωμανικής εξουσίας πηγάζουσες σχέσεις, διοικητικές, οικονομικές, τάξης και ασφάλειας κ.λπ. Ήταν είτε διορισμένοι από την οθωμανική διοίκηση, είτε εκλεγμένοι από τους δημογέροντες των κατά τόπους χωριών. Ο θεσμός καταργήθηκε επί Αντιβασιλείας του Όθωνα το 1833 με την έκδοση του νόμου «περί των Δήμων» του κράτους,[3] με τον οποίο θεσμοθετήθηκαν ως άρχοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης οι Δήμαρχοι οι οποίοι αντικατέστησαν τους προκρίτους.[4][5]

Πίνακας περιεχομένων

Γενικά

Οι χριστιανικοί πληθυσμοί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία διατηρούσαν μια μορφή κοινοτικής αυτοδιοίκησης και οργάνωσης. Οι διάφοροι Σουλτάνοι λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορετικότητα των διαφόρων λαών της επικράτειας, όπως στο θρήσκευμα, αλλά και των υπολοίπων συνθηκών εφάρμοσαν διάφορα μέτρα για τη διοίκησή τους. Στο επίπεδο της κοινοτικής αυτοδιοίκησης αναπτύχθηκε ο θεσμός των δημογεροντιών, με συμβούλια από εκλεγμένους δημογέροντες σε επίπεδο χωριού, οι οποίοι εξέλεγαν προεστούς σε επίπεδο επαρχίας ή περιοχής ως εκπροσώπου τους ενώπιον των Οθωμανικών αρχών.
Με προϋπόθεση την πληρωμή των φόρων και το σεβασμό της νομιμότητας, που ήταν οι βασικές επιδιώξεις της οθωμανικής εξουσίας, παραχωρούνταν στις κοινότητες η ελευθερία οργάνωσης των οικονομικών και εσωτερικών τους υποθέσεων.[6] Πολλές κοινότητες του ελλαδικού χώρου κατάφεραν για διάφορους λόγους να αποσπάσουν από το σουλτάνο επιμέρους προνόμιο, το λεγόμενο «κοινοτικό προνόμιο».

Εκλογή / επιλογή

Οι προεστοί εκ των πραγμάτων προέρχονταν από εύπορες οικογένειες, γαιοκτημόνων ή εμπόρων, (προύχοντες), που είχαν χρόνο ελεύθερο να ασχολούνται και με τα κοινά. Δεν υπήρχε ομοιόμορφη νομοθεσία ή πρακτική. Αλλού αναφέρεται ότι εκλέγονταν απ΄ ευθείας από την τοπική κοινωνία, όχι με ψηφοφορία αλλά δια βοής σε υπαίθριο χώρο, για ένα χρόνο ή και περισσότερο εφόσον έχαιραν της κοινής εμπιστοσύνης και δεν εκδηλωνόταν κάποια αντίδραση, ενώ αλλού αναφέρεται εκλογή από τους δημογέροντες των χωριών (της περιφέρειας) που εκπροσωπούσαν[4] ως δεύτερη βαθμίδα της αυτοδιοίκησης (με πρώτη τους δημογέροντες).[7] Η δε εκλογή τους επικυρωνόταν στη συνέχεια από τον Οθωμανό διοικητή της περιοχής Πασά, ή Βαλή, αναγνωρίζοντας το αξίωμά τους έχοντας προηγουμένως προκαταβάλει όλο τον ετήσιο αναλογούντα φόρο των κοινοτήτων τους, τον οποίο στη συνέχεια εισέπρατταν από τους κατοίκους. Ενδεικτικά στο δε Πασαλίκι των Ιωαννίνων σε πολλές των περιπτώσεων οι πρόκριτοι ή προεστοί ορίζονταν απ΄ ευθείας από τον Αλή Πασά. Στο μπεηλίκι της Μάνης οι προεστοί αποκαλούνταν συνηθέστερα καπετάνιοι, ή καπεταναίοι, εκλέγονταν συνηθέστερα με κριτήριο την αντρειοσύνη και το μέγεθος της φαμίλιας, ειδικά σε αρρενογονία, που έχαιραν της εμπιστοσύνης του εκάστοτε Μπέη, πλην όμως η καταβολή φόρων ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Στα νησιά του Αιγαίου πρόκριτοι ήταν συνηθέστερα καραβοκύρηδες, ή έμποροι. Στην Κύπρο, από το 1754 ο τίτλος του κοτσάμπαση δινόταν στους αρχιερείς. Σ'αυτό ίσως συνέβαλε το ότι στην Κύπρο οι αρχιερείς εκλέγονταν από το λαό. Έτσι, εκεί οι αρχιερείς εκτός από τα ιερατικά είχαν και πολιτικά καθήκοντα.[8]

Καθήκοντα

Κάθε χωριό και κωμόπολη είχε τον δικό του προεστό, ο οποίος προερχόταν από τους δημογέροντες. Ο προεστός κρατούσε την σφραγίδα της κοινότητας, είχε τόσο διοικητικές όσο και δικαστικές δικαιοδοσίες, συνηθέστερα πταισματικής φύσεως εξομαλύνοντας έτσι τυχόν διαφορές μεταξύ των συμπολιτών του αλλά και με δικαίωμα επιβολής κάποιων τιμωριών, ακολουθώντας πάντα το κατά τόπο εθιμικό δίκαιο. Στην άσκηση των καθηκόντων του περιβαλλόταν από ιδιαίτερο συμβούλιο των δημογερόντων. Για σπουδαία όμως ζητήματα συγκαλούσε γενική συνέλευση των κατοίκων όπου και λαμβάνονταν οι σχετικές αποφάσεις. Ειδικότερα οι προεστοί ήταν αυτοί που για λογαριασμό της οθωμανικής διοίκησης εκτιμούσαν αρχικά την φορολογική δυνατότητα εκάστου μέλους της κοινωνίας τους και στη συνέχεια συνέτασσαν τους φορολογικούς καταλόγους και προέβαιναν στην είσπραξη των αναλογούντων φόρων. Παράλληλα ήταν υπεύθυνοι για τη διατήρηση της τάξης και υπόλογοι αυτής προς την οθωμανική διοίκηση.
Οι προεστοί κάθε περιφέρειας εξέλεγαν ένα αντιπρόσωπο για την έδρα του Πασά ή Βαλή που λεγόταν "Αγιάν" ή "Αγιάνης". Ο δε αντιπρόσωπος των προκρίτων ή προεστών μιας μεγάλης διοικητικής περιφέρειας, στην έδρα του Σουλτάνου, δηλαδή στην Κωνσταντινούπολη λεγόταν Βεκίλης. ο οποίος ουσιαστικά ήταν ο πολιτικός μεσάζων μεταξύ της Υψηλής Πύλης και των χριστιανών κατοίκων περιφέρειας της επικράτειας. Πολλές φορές οι Βεκίληδες είχαν καταφέρει και την αντικατάσταση οθωμανών διοικητών, ιδιαίτερα στο Μοριά.
Ο Φίνλευ γράφει: Οι προεστοί της Ελλάδας αποτελούσαν το υποκατάστατο μιας αριστοκρατίας. Η προστασία της Οθωμανικής κυβερνήσεως βαθμιαία δημιούργησε μια ελληνική αριστοκρατία διοικητικών οργάνων και φοροεισπρακτόρων. Η ηθική και πολιτική θέση τούτης της τάξης αποδόθηκε άριστα με την ονομασία τους σαν είδος Χριστιανών Τούρκων.
Παρά ταύτα μεταξύ αυτών των προκρίτων ή προεστών ή κοτζαμπάσηδων υπήρξαν αρκετοί που αποδείχτηκαν πολύ κατώτεροι της αποστολής τους, υπερβαίνοντας πολλές φορές ακόμα και τους χειρότερους Τούρκους, σε ιδιοτέλειες και αυθαιρεσίες, παροιμιώδης η φράση "τι Μπραΐμης, τι Ζαΐμης!", (= ότι ο Ιμπραήμ πασάς το ίδιο κι ο Ζαΐμης). Συνέπεια αυτών, ακόμα και σήμερα, ειδικά η ονομασία κοτζάμπασης να φέρεται με τη σημασία του αυταρχικού, ή αυθαίρετου ανθρώπου.

Οι πρόκριτοι μετά την επανάσταση του 1821

Με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 ο μέχρι τότε παραδοσιακός εκείνος θεσμός των προκρίτων τροφοδότησε τις νεοσχηματισμένες τοπικές διοικήσεις στη Συνέλευση της Βοστίτσας, στη Σύσκεψη των Καλτεζών από την οποία και αναδείχθηκε η Πελοποννησιακή Γερουσία, ο Άρειος Πάγος της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας στη Στερεά Ελλάδα και ο Οργανισμός της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος στο Μεσολόγγι, οργανισμοί από τους οποίους προέκυψε η κεντρική διοίκηση μέσω από των Εθνοσυνελεύσεων και των εκλεγμένων πληρεξουσίων σε αυτές καθώς και των Προσωρινών Διοικήσεων της Ελλάδος.
Επίσημα ο θεσμός καταργήθηκε επί Αντιβασιλείας του Όθωνα το 1833 μετά την έκδοση του πρώτου νόμου περί Δήμων του Κράτους, οπότε οι πρόκριτοι αντικαταστάθηκαν από τους διορισμένους Δημάρχους.[4][3]

Δείτε επίσης

Παραπομπές

  1.  
  Παπαγεωργίου 2005, σελ. 60
    λήμμα «προεστώς», Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, Επιμ. Γεωργ. Ζευγώλη, εκδ. Πρωίας, Αθήνα, 1933
    ΦΕΚ A 3 - 10.01.1834, (7 Δεκεμβρίου 1833 / 8 Ιανουαρίου 1834) Νόμος περί συστάσεων των Δήμων
    Λήμμα «προεστώς», Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη, Αθήνα, 1930
    Πύλια 2001, σελ. 70
    Πύλια 2001, σελ. 75
    Δημοτική Διοίκησις εν Ελλάδι, τόμος Α΄, Π. Αργυρόπουλος, εν Αθήναις, εκ της Φιλολάου Τυπογραφίας, 1843, σελ. 31-32

Πηγές

Βιβλιογραφία

  • Α. Σιγάλας, «Ανέκδοτα έγγραφα αφορώντα εις την εκλογήν των Κοτζαμπάσηδων», Ελληνικά, τομ.3 (1930),σελ.69-88
--------------------------------------------------------------------------------------------------

Κοτζαμπασισμός

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%BF%CF%84%CE%B6%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Με τον όρο κοτζαμπασισμός χαρακτηρίζεται γενικά η συμπεριφορά ή και η απομίμηση των τρόπων δράσης των κοτζαμπάσηδων (προκρίτων), κυρίως επί τουρκοκρατίας αλλά και κατά τους επαναστατικούς και λίγο μετά στους μετεπαναστατικούς χρόνους, που διακρίνονταν από αυθάδεια και αυθαιρεσία και είχαν καταστεί πραγματικοί τύραννοι στους τόπους τους, διαπλεκόμενοι στην αρπαγή γης, περιουσιών αλλά και την εκμετάλλευση των δημοσίων ταμείων μεταπαναστατικά[1]. Ο όρος μαρτυρείται στην εφ. Εφημερίς ήδη από το 1883[2]
Για τους κοτζαμπάσηδες αυτούς ο Γεώργιος Κουντουριώτης έλεγε: "ούτοι μήτε κατά θεωρίαν, μήτε κατά πράξιν εγνώρισαν ποτέ την δικαιοσύνην". Ο δε Ιωάννης Καποδίστριας κατονομάζει αυτούς "Τούρκους φέροντας όνομα Χριστιανών". Αλλά και ο Αδαμάντιος Κοραής, κατά καιρούς, όπως και ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης, καθώς και ο τύπος της εποχής, όπως "ο Φίλος του Νόμου πολλές φορές στιγμάτισαν αυτούς με τα μελανότερα χρώματα.

Παραπομπές

  1. Δανίκας, Δημήτρης (22 Μαρτίου 2012). «Κοτζαμπάσηδες». Το Βήμα online. Ανακτήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2014.
  2. «Κοτζαμπασισμός». Academic Dictionaries and Encyclopedias. Ανακτήθηκε στις 26      Σεπτεμρίου 2014.

Πηγές

  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια τ.ΙΕ΄, σ.11

-----------------------------------------------------------------------









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου