Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Ποιος είναι ο χειρότερος εχθρός της χώρας;

Ποιος είναι ο χειρότερος εχθρός της χώρας;

Μακροδημόπουλος Δημήτρης

Έχετε σκεφθεί, με αφορμή τις εξελίξεις στην Εγγύς Ανατολή, πόσο κοντά είναι η Συρία αλλά και το Ιράκ με τη χώρα μας; Όχι γεωγραφικά αλλά γεωπολιτικά. Απέχουν μιαν ανάσα. Διότι μόνον ένα κράτος μας χωρίζει από την  περιοχή των εξελίξεων: Η Τουρκία. Αν λοιπόν ασκηθούν πιέσεις στην Τουρκία προκειμένου να επιτευχθούν επιθυμητές εδαφικές διευθετήσεις στην Εγγύς και τη Μ. Ανατολή στα πλαίσια μιας επαναχάραξης των συνόρων και της διευθέτησης του Κουρδικού προβλήματος, δεν θα πρέπει να περιμένουμε ότι αυτές οι πιέσεις θα μεταφερθούν μέσω της Τουρκίας στη χώρα μας; Δεν είναι αυτονόητο ότι η χώρα μας θα κινδυνεύσει να υποστεί την αντανάκλαση των εδαφικών ανακατατάξεων στη Μ. Ανατολή στα πλαίσια μιας νέας ισορροπίας συμφερόντων που να ανταποκρίνεται στους σημερινούς συσχετισμούς ισχύος; Διότι οι δηλώσεις Ερντογάν θα πρέπει να εκληφθούν ως αντίβαρο στα σενάρια περί ακρωτηριασμού της γείτονος. Με τις δηλώσεις του ο Ερντογάν αντιπαραθέτει στην αποσταθεροποίηση της Τουρκίας που απειλεί την εδαφική της ακεραιότητα, σενάρια αποσταθεροποίησης στο Αιγαίο ως απειλή, συνδέει δηλαδή την εδαφική ακεραιότητα της Τουρκίας με την εδαφική ακεραιότητα της χώρας μας.

Η αναθεώρηση των συνθηκών αποτελεί ιστορική νομοτέλεια. Διότι αν οι συνθήκες ειρήνης ήταν ανεπηρέαστες από τις παγκόσμιες εξελίξεις στο διηνεκές μέλλον, τότε είναι αυτονόητο ότι η ειρήνη θα παγιώνονταν παγκόσμια και οι πόλεμοι θα είχαν σταματήσει. Συνεπώς, το πρόβλημα που τίθεται σε μια χώρα είναι να προετοιμαστεί για να αντιμετωπίσει αυτό το ενδεχόμενο, ώστε να εξέλθει αλώβητη αποτρέποντας μια εθνική καταστροφή ή κερδισμένη. Ο πρωθυπουργός της χώρας μας επαίρεται ότι η Ελλάδα αποτελεί νησίδα σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή προβάλλοντας τη γεωπολιτική της θέση στην προσπάθεια να εκμαιεύσει οφέλη, δηλαδή ευνοϊκότερη αντιμετώπιση από τους δανειστές. Αυτή η άποψη μπορεί να προβάλλεται με τη λογική ότι η χώρα δεν αποτελεί εστία ανάφλεξης λόγω της απόστασης ασφαλείας από τις εξελίξεις ενώ λόγω της θέσης της αποτελεί προνομιακό αγκυροβόλιο και βάση για τις δυτικές δυνάμεις που εφορμούν.

Αλλά όσοι βιώνουν την εσωτερική κατάσταση της χώρας, γνωρίζουν πολύ καλά ότι η Ελλάδα δεν είχε φθάσει ποτέ σε τέτοιο σημείο παρακμής και διάλυσης μετά τον εμφύλιο. Όχι μόνον διότι έχει απωλέσει κάθε ίχνος εθνικής κυριαρχίας, αφού τα πάντα, έως και τα πλέον ασήμαντα, υπαγορεύονται στις κυβερνήσεις έξωθεν, ώστε να διερωτώμεθα πώς μπορεί μια χώρα υπό καθεστώς ξένης κυριαρχίας και κηδεμονίας να υπερασπιστεί, αν χρειαστεί, την εδαφική της ακεραιότητα. Κυρίως όμως διότι έχει διαρραγεί, έχει θρυμματιστεί καλύτερα, η κοινωνική συνοχή. «Εκείνο που κάνει μια αυτοκρατορία και ένα λαό να χάνονται είναι η ρήξη στην κοινωνική συνοχή», λέει η Ελένη Αρβελέρ στη συνέντευξή της στον Θανάση Λάλα.

«Όταν δεν υπάρχει το κοινό όνειρο, η ελπίδα για ένα κοινό μέλλον ελπιδοφόρο, συνεχίζει, …γιατί να είμαστε μαζί;» διερωτάται. Όταν μάλιστα της ζητήθηκε να προσδιορίσει την έννοια της “πατρίδας”, απάντησε: «Πατρίδα είναι το κοινό μας ενδιαφέρον»! Όμως, ποιο κοινό ενδιαφέρον απέμεινε σήμερα στη χώρα μας ανάμεσα στον άνεργο, στον μερικώς απασχολούμενο, στον μικροεπιχειρηματία που έκλεισε την επιχείρησή του, στον συνταξιούχο και στον δημόσιο υπάλληλο; Μάλιστα, οι δικαστικές αποφάσεις που ακυρώνουν τις περικοπές σε μισθούς και συντάξεις από το 2012 και μετά σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, εν μέσω συνθηκών απόγνωσης άλλων, έδωσαν και νομική υπόσταση στη διάλυση της κοινωνικής συνοχής. Διότι με αυτές, κάποιες κοινωνικές ομάδες που ούτως ή άλλως έχουν διασφαλίσει τον επιούσιο σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό από τον κουρβανά του δημοσίου, θα συνεχίσουν να ζουν το 2016 και μετέπειτα στις συνθήκες του 2012 και πριν, λες και η κρίση σταμάτησε για αυτούς το 2012, ενώ οι υπόλοιποι ζουν σήμερα σε συνθήκες χειρότερες του 2016 αφού τα ισοδύναμα μέτρα, που διασφαλίζουν στους πρώτους ένα καλύτερο παρελθόν ως παρόν, επιβαρύνουν τους πάντες.

Γιαυτό όλοι οι Έλληνες σήμερα βιώνουν την κρίση ετεροχρονισμένα με αποτέλεσμα οι ανισότητες να διευρύνονται δυσανάλογα συνεπεία της κρίσης. Μπορεί όμως το γράμμα του Νόμου να ερμηνεύεται αποσυνδεδεμένο από την πραγματικότητα; Με όλα αυτά, συν την πολιτική των κυβερνήσεων τις τελευταίες δεκαετίες και τις «κόκκινες» γραμμές προς τους μισθούς και τις συντάξεις στη μνημονιακή περίοδο, κατόρθωσαν οι κυβερνώντες να αντιστρέψουν τον ρόλο των γενεών: Παλαιότερα οι νέοι γηροκομούσαν τους ανιόντες είτε περιθάλποντάς τους στην οικογένειά τους όταν δεν υπήρχαν ασφαλιστικά ταμεία είτε πληρώνοντας ως εργαζόμενοι τις ασφαλιστικές εισφορές ώστε τα ταμεία να είναι υγιή. Σήμερα, στην περίοδο της κρίσης και της υψηλής ανεργίας, οι ανιόντες «γηροκομούν» πρόωρα τους νέους. Έτσι, ώστε να διερωτώμαι, ποιο κίνητρο απέμεινε να επαναφέρει πίσω τους χιλιάδες των Ελλήνων που εγκατέλειψαν τη χώρα αναζητώντας την επιβίωση στο εξωτερικό αν κληθούν να υπερασπίσουν τη χώρα; Ποιοι, λοιπόν, θα αντιταχθούν στην περίπτωση έμπρακτης αμφισβήτησης της Συνθήκης της Λωζάννης;

Τελευταία ο Τύπος αναδεικνύει ως κύριο θέμα την απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης να ενισχύσει τον εξοπλισμό της με την αγορά ικανού αριθμού μαχητικών αεροσκαφών πέμπτης γενιάς τύπου F-35, υπογραμμίζοντας την ανάγκη παράλληλης ενίσχυσης και των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων ώστε να είναι ανταγωνιστικές. Όμως πώς είναι δυνατό αυτό εν μέσω μνημονίων; Γι αυτό αν τα ελληνοτουρκικά σύνορα είναι ευρωπαϊκά “αλά καρτ”, μόνον για την αντιμετώπιση των προσφυγικών ροών και όχι και για την υπεράσπισή τους, τότε προς τι η τυφλή υποταγή στα μνημόνια που υπονομεύουν την αμυντική θωράκιση της χώρας και – κυρίως – διαλύουν την κοινωνική συνοχή της;

Ποιος είναι λοιπόν ο χειρότερος εχθρός; Ο εξωτερικός που δηλώνει τις προθέσεις του ή ο εσωτερικός που συνειδητά οδήγησε τη χώρα στην κατάρρευση και μέσα από την υποταγή στα μνημόνια και τη ρήξη της κοινωνικής συνοχής υπονομεύει τις αντιστάσεις του κράτους και του έθνους;








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου